Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ


Έπαιζε απ’ τη στιγμή της πλάσης
ανάμεσα στα σύννεφα
και στον γήινο άμβωνα
Ο κορεσμός
δεν ταξίδεψε
στο γαλάζιο της φλέβας του
Έτρεχε ο ίσκιος του
στα ουράνια
στης γης τους κάμπους
Αδέσμευτος καβαλάρης
Θεόπεμπτος ονειρευτής
Πνεύμα ανήσυχο
χαράς αρνητής
ατέλειωτή του η όρεξη για γνώση
Μανία…
Μετά τους πόνους
δική του η καταστροφή
ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ


Έπλασα κάποτε ελπίδες
όνειρα
γλυκές μοσχομύριστες εικόνες
Κάποτε είχα πλάσει 
στο νου
τις μελλοντικές μου τις στιγμές
Τόση τέχνη, για τόσο ψέμα!
Τόσος ο πόνος…
Καυτό το δάκρυ…

Άπλωσα στον ήλιο τις ελπίδες
νόημα ν’ αποκτήσουν
να πάρουν φως,
συνέχεια να γίνουν
του δεξού μου του χεριού,
αστέρια να γενούν
τ’ απέραντου σύμπαντος,
με το νόημα να ζεσταθούν
να ντυθούν
την αλαζόνα αλήθεια
Να αποτολμήσουνε
να πάρουν σάρκα,
στους αδυσώπητους,
να γιγαντωθούνε, τους καιρούς 
Χαρούμενους να κάνουν
τους ονειροπόλους ποιητές
να τους καταστήσουν πάλι,
του κάλλους υμνητές
Φύλακες,
του πεπρωμένου, της αλήθειας

Κριτές των όρκων 
Και της τιμής!
Των άγραφων νόμων
γραφείς
της λευτεριάς τιμητές!
Σαν καήκαν στον
ήλιο οι ελπίδες…
Η μέρα σέρνει πίσω της
άσχημο αδέρφι τη νύχτα
Την ασχήμια της κρύβει στα σκοτάδια
όπως εγώ τ’ αποκαΐδια….

ΚΥΡΙΑΚΕΣ


Τι γενήκαν πια οι Κυριακές
πότε χαθήκαν στη μιζέρια;
Πως φυτρώσαν οι ντροπές,
που χαθήκανε τ’ αστέρια;

Πες μου πως υπάρχουν
μ’ ένα χαμογέλι, ένα φιλί…
Πες, πως στη ζωή μας άρχουν
το γέλιο και η χαρά τ’ ανθρώπου η τρελή…



ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ Η ΩΡΑ


Φουσκωμένες παπαρούνες,
αιματικά ωραίες
σε μια άνοιξη χλωμή
( σκιάχτρο λύπησης, απομεινάρι του αεί )
Οι πρώτες οι ματιές
Την ώρα της λύτρωσης
ερμητικά κλειστό τ’ αφίλητο στόμα,
θα κρατεί
τις λίγες λέξεις
τις στερνές,
που θέλει να σου πει.
Την ώρα της λύτρωσης
τραντάξου σώμα
απ’ τα χάδια που θυμήθηκες…
Κάψου στήθος,
απ’ τα δάκρυά της
που πάνω σου χυθήκαν…
σπάραξε καρδιά, 
απ’ την αγάπη που ‘δωσες
κι απελπιστικά τώρα θυμάσαι.
Βλέπεις…
δύσκολη πάντα είν’ η νύχτα.
Ανάμνησες από πιοτό
και πίκρα στην καρδιά…

…γελοίε ποιητή
πρέπει να το νοιώσεις…
… μετά τη νύχτα
πάλι νύχτα ξημερώνει…



ΜΟΝΑΞΙΑ


Πες μου λοιπόν
στους κουρασμένους ουρανούς
να μην ριγώ
Διάλεξε της νιότης χρώματα
απαλά να τραγουδώ.
Ανάσανε βαθιά,
τις τόσες τις καρδιές
τώρα
που μόνες στο σεργιάνι βγήκαν…
… μόνες οι τρελές…
Λυπηθήκαν και κλάψαν οι ματιές
σαν αντικρίσαν να γυαλίζουν
αχνά, οι βρεγμένες τσίγκινες σκεπές…

Αλλόκοτη πληγή η μοναξιά
μικρόψαρο που σπαρταράει στα ρηχά…



ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥΣ

Ειρωνεία να σου μιλώ
τις λέξεις τις παλιές
την ώρα που ψεύτικα υποχωρούμε.
Λαχτάρα στα μάτια
δεν σου φανερώνει 
του νου το ψέμα
της καρδιάς τη σιωπή
του σώματος τις ανησυχίες 

ΑΝΑΠΑΥΣΗ
Μέτρα τους χτύπους της φλέβας
Την ώρα που θα φεύγεις…
Φτωχή σκιά, πικρόχολη
αφήνεις πίσω,
να κελαηδάει τους λυγμούς,

μαύρο αηδόνι

Στα βάτα φούντωσ’ η πυρκαγιά
στα δύσβατα βουνά.

Ψηλότερες οι φλόγες απ’ τα ελάτια
κι οι καπνοί, δοξολογίας λιβάνι στον αέρα,
π’ ευλαβικά
κρατεί σου την εικόνα,
στους ορίζοντες πάνω,
των ακτών ναν η τροφή

Μες την καρδιά σ’ ανάρτησα,
λιόλουστη ήσουνα φοβέρα,
που λαμπυρίζει μια αστραπή,
τον ιδρώτα και το αίμα.
Να γείρω θέλω
(με κούρασε η ζωή)
στο χώμα το σκληρό
για τον στερνό τον ύπνο
Μα τα πλατάνια 
δεν με ξέρουν πια
φοβηθήκανε τον πόνο,
σαν χυθεί από το στόμα,
μήπως τις ρίζες κάψει
μήπως κάποιος κλώνος μαραθεί.

Γι αυτό την αγκαλιά σου
έψαξα
να ξαποστάσω
να ξεχαστώ
σ’ ένα ταξίδι
στη θέρμη του αγκώνα
στη δύναμη του γυναικείου μπούστου.

Ξέρω 
τον πόνο δεν θα φοβηθείς
τον λαχτάρησε
 παρέκει 
σε πλακόστρωτες ανηφοριές,
σε κάποια κρύα μέρα,
σ’ ένα γέλιο,
σ’ ένα μπαλόνι,
σε κάποια Αποκριά.

Σερπαντίνες γινήκαν τελικά
τα όνειρα και οι ελπίδες
μιας ώριμης αγάπης,
μιας ηδονής πικρής,
στ’ Άπειρου το χάδι.

Τον μέσα μου άντρα,
δέξου λοιπόν
νανούρισέ τονα γλυκά,
ξαπόστασέ του
τα δυοσμομύριστα βλέφαρα,
φίλα του τ’ αλατισμένα χείλη.

Πάρε λίγο αλάτι,
κράτα το για φυλακτό,
τάισε στα ύστερα
τα πεινασμένα
του χειμώνα μας σπουργίτια.

Δως τους ψίχουλα να φάνε,
στοργικά,
πολλά θα βρεις
μέσα στις φλέβες
Θάναι το πάθος που ‘χει μείνει
την ύστατη
την θαλερή την ώρα
Βγάλε το πουκάμισο
να φανούν τα άσπρα στήθια,
τη φούστα σήκωσε ψηλά
στα μακριά, μαρμάρινά σου πόδια,
ο ήλιος να σε πάρει

Γύρισ’ ανοικτές τις ποθητές σου τις παλάμες
να τις δει το φως, 
τον αφαλό σου
που κάποτε σου ‘δινε τροφή,
χάρισέ τον
στα ψηλότερα βουνά,
στα χιονοσκέπαστα….


Στον Όλυμπο…
Στον Ψηλορείτη…
Στον Ταΰγετο…  


Και σαν το θάρρος τους 
μαζέψεις στα πνευμόνια,
νανούρισέ με, μ’ ένα θρήνο.
Μ’ ένα αγκομαχητό
ίσως κάπου - κάπου μ’ ένα λυγμό.
Φοβάμαι μη κάποτε ξεχάσεις
το λόφο που
ο τάφος μου
θα φέγγει την ξανθιά σου μέρα